ἄσταχυς

ἄσταχυς
Grammatical information: m.
Meaning: `ear of corn' (Il.); `bandage' (Gal.).
Other forms: στάχυς (E.); -ῡς (E)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Was connected with OHG stanga, stengil, but these words are non-IE. Undoubtedly a substr. word, Kretschmer Glotta 21, 89.
Page in Frisk: 1,170

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άσταχυς — ἄσταχυς, ο (Α) 1. το στάχι 2. είδος επιδέσμου. [ΕΤΥΜΟΛ. < α (προθεματικό) + στάχυς, ενώ κατ άλλη άποψη, το α πιθ. να προήλθε με αποκοπή της προθέσεως ανά] …   Dictionary of Greek

  • ἄσταχυς — ear of corn masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυς — ἀστάχῡς , ἄσταχυς ear of corn masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσι — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσιν — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσσι — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσσιν — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύων — ἄσταχυς ear of corn masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυας — ἄσταχυς ear of corn masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυες — ἄσταχυς ear of corn masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυος — ἄσταχυς ear of corn masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.